Η κυβέρνηση ελπίζει το «ρετουσαρισμένο» πρόγραμμα να ανασχέσει μεγάλο κύμα απολύσεων αλλά οι επιχειρήσεις εμφανίζονται διστακτικές, σύμφωνα με το Έθνος της Κυριακής
Στην πιο κρίσιμη περίοδο, μετά την καραντίνα του κορονοϊού, περνά από τη Δευτέρα 15/6 η αγορά εργασίας, καθώς κάνει πρεμιέρα το οριζόντιο πρόγραμμα «Συν-Εργασία», που φιλοδοξεί να αναλάβει ρόλο ρυθμιστή για το επόμενο τετράμηνο. Καθώς η «ατμομηχανή» της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή ο τουρισμός, βρίσκεται σε φάση επανεκκίνησης και ενώ οι προσωρινές απαγορεύσεις λειτουργίας αίρονται και περνούν στο πρόσφατο παρελθόν, στο προσκήνιο έρχεται το βασικό εργαλείο που θεσμοθετήθηκε για τη διαχείριση της επόμενης μέρας.

Το στοίχημα είναι σε κάθε περίπτωση μεγάλο και πολυσύνθετο. Για την κυβέρνηση στοίχημα είναι η ευρεία συμμετοχή στο πρόγραμμα, που θα εξασφαλίσει τη ζωτική για την ελληνική οικονομία ανάσχεση ενός κύματος απολύσεων και μιας δραματικής αύξησης της ανεργίας προς το τέλος του έτους. Για τις επιχειρήσεις στοίχημα είναι να αντέξουν στις συνθήκες που διαμορφώνουν τα μέτρα της δεύτερης φάσης της πανδημικής κρίσης αλλά και ο σημαντικός περιορισμός των ταξιδιών, της κατανάλωσης και γενικά της οικονομικής δραστηριότητας λόγω του δυστοπικού τοπίου που προκαλεί η Covid-19. Για τους εργαζόμενους το στοίχημα είναι ένα στοίχημα επιβίωσης, προκειμένου να διασώσουν τη θέση εργασίας τους, αλλά ει δυνατόν και τον μισθό τους, ο οποίος συχνά δεν επαρκεί για τις αυξημένες ανάγκες του μέσου νοικοκυριού. Για όλες τις πλευρές, και κυρίως για τους εργαζόμενους, που κατά τεκμήριο θεωρούνται το «ασθενές μέρος» στο πλαίσιο μιας σχέσης εργασίας, η αγωνία χτυπάει κόκκινο…

Οι αλλαγές
Η πορεία του προγράμματος «Συν-Εργασία» σε συνδυασμό με τις κινήσεις των επιχειρήσεων ως προς τις απολύσεις ή την έκταση της χρήσης του παλαιού συστήματος εκ περιτροπής εργασίας του 2010 θα κρίνουν πολλά για τον δρόμο που θα τραβήξουν η αγορά εργασίας και οι μισθοί σε ένα από τα πλέον κρίσιμα καλοκαίρια της τελευταίας 20ετίας. Το «μίνι ρετούς» της «Συν-Εργασίας», στο οποίο προχώρησε η κυβέρνηση μόλις πέντε μέρες πριν ο μηχανισμός τεθεί σε εφαρμογή, δεν είναι τυχαίο. Από την αγορά μεταφράζεται ως μια κίνηση βελτίωσης του πλαισίου ώστε να καταστεί πιο ελκυστικό, καθώς τα μηνύματα που έρχονταν από τις εργοδοτικές οργανώσεις μετέφεραν έντονο προβληματισμό λόγω του υψηλού μη μισθολογικού κόστους της «Συν-Εργασίας» που λειτουργούσε ως σοβαρό αντικίνητρο.

Στην αρχική μορφή του ο μηχανισμός προέβλεπε πως οι εργοδότες που μειώνουν μονομερώς τον χρόνο εργασίας των μισθωτών τους έως 50%, υποχρεούνται να καλύπτουν το 100% των εισφορών επί του αρχικού μισθού. Διατηρείται δηλαδή ακέραιο το μη μισθολογικό κόστος -σε μια κίνηση θωράκισης και των εσόδων του ΕΦΚΑ-, ενώ η ελάφρυνση οριοθετείται από τη μείωση του καθαρού μισθού. Με τη νέα πρόβλεψη, κατ’ εξαίρεση και για τον πρώτο ενάμιση μήνα, δηλαδή από τις 15 Ιουνίου έως τις 31 Ιουλίου, οι εργοδοτικές εισφορές που αντιστοιχούν στον χρόνο κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι δεν απασχολούνται καταβάλλονται κατά 60% από το κράτος.

Το μέτρο κοστίζει 190 εκατ. ευρώ και όπως ανακοίνωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη Βουλή την Παρασκευή, εφόσον χρειαστεί, η επιδότηση αυτή θα επεκταθεί τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με τον δικηγόρο-εργατολόγο και τέως εκδότη του περιοδικού «Νομοθεσία – ΙΚΑ» Δημήτρη Μπούρλο, η ελάφρυνση λειτουργεί ως εξής:

  • Για 1.000 ευρώ μεικτά και εφόσον μειώνεται ο χρόνος εργασίας 50%. Ο εργοδότης καταβάλλει μισό μισθό (500 μεικτά – 423€ καθαρά) και βαρύνεται γι’ αυτόν με 76,65€ εργατική εισφορά και 121,65€ εργοδοτική. Επί του μισού μισθού που δεν πληρώνει το κράτος επιδοτεί 72,99€ την εργοδοτική εισφορά και ο εργοδότης πληρώνει 125,31€ εργατική και εργοδοτική. Αρχικά η επιβάρυνση του εργοδότη ήταν 319,95€ και μετά τη νέα ρύθμιση είναι 246,96€. Κερδίζει 72,99€.
  • «Ακόμη και μετά τη μερική ελάφρυνση από τις εργοδοτικές εισφορές για όσους εντάσσονται στο “Συν-Εργασία”, τα μηνύματα που έχουμε από επιχειρήσεις είναι πως εμφανίζονται ιδιαίτερα διστακτικές στο να προχωρήσουν στη διαδικασία αυτή, καθώς θεωρούν πως το κόστος παραμένει αρκετά υψηλό. Αυτό τις στρέφει προς αναζήτηση άλλων λύσεων περιορισμού μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους» δηλώνει ο κ. Μπούρλος.

Αντίστοιχη εικόνα µεταφέρει και ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ και της ΠΟΕΣΕ, Γιώργος Καββαθάς. «Η ελάφρυνση των εργοδοτικών εισφορών είναι µια βελτίωση, αλλά δεν δηµιουργεί ικανές συνθήκες για να γίνει πλήρως αποδεκτό το πρόγραµµα από τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα από τις µικρές και πολύ µικρές επιχειρήσεις, που είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονοµίας» δηλώνει ο κ. Καββαθάς. «Το µέτρο είναι θετικό, αλλά δεν είναι αρκετό. Αν δεν ληφθούν γενναία µέτρα, θα έχουµε 250.000 νέους ανέργους» προσθέτει ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, πρόεδρος του Επαγγελµατικού Επιµελητηρίου Αθηνών.

Πηγή κειμένου και φώτο: ethnos.gr

Δείτε το υπόλοιπο ρεπορτάζ ΕΔΩ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.